Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prompter
01
τηλεπρομοπτερ, υποβολέας
a device that displays words for people to read
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prompters
02
υποβολέας
someone who reminds actors what to say if they forget their lines on the stage
Λεξικό Δέντρο
prompter
prompt



























