prompter
Pronunciation
/pɹˈɑːmptɚ/

Ορισμός και σημασία του "prompter"στα αγγλικά

01

τηλεπρομοπτερ, υποβολέας

a device that displays words for people to read
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prompters
02

υποβολέας

someone who reminds actors what to say if they forget their lines on the stage

Λεξικό Δέντρο

prompter
prompt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store