thrilled
thrilled
θrɪld
thrild
trilled

Ορισμός και σημασία του "thrilled"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, ευτυχισμένος

feeling intense excitement or pleasure 
thrilled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thrilled
συγκριτικός βαθμός
more thrilled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was thrilled to receive the job offer from her dream company. 

Ήταν ενθουσιασμένη που έλαβε την προσφορά εργασίας από την εταιρεία των ονείρων της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store