Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoughtful
01
στοχαστικός, σκεπτικός
thinking deeply about oneself and one's experiences, often resulting in new understandings or realizations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thoughtful
συγκριτικός βαθμός
more thoughtful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She spent a thoughtful afternoon journaling about her goals and dreams.
Πέρασε ένα σκεπτικό απόγευμα γράφοντας στο ημερολόγιό της για τους στόχους και τα όνειρά της.
02
στοχαστικός, προσεκτικός
caring and attentive to the needs, feelings, or well-being of others
Παραδείγματα
She's thoughtful, always going out of her way to make others feel cared for and appreciated.
Είναι στοχαστική, πάντα κάνει το παραπάνω για να κάνει τους άλλους να νιώθουν ότι νοιάζονται και εκτιμούνται.
03
προσεκτικός, στοργικός
considerate of the feelings or welfare of others
Παραδείγματα
He makes thoughtful gestures toward neighbors.
Κάνει συνετούς χειρονομίες προς τους γείτονες.
04
σκέφτομαι, προσεκτικός
showing careful consideration or reasoning
Παραδείγματα
His thoughtful approach led to a fair compromise.
Η σκεπτική του προσέγγιση οδήγησε σε ένα δίκαιο συμβιβασμό.
Λεξικό Δέντρο
thoughtfully
thoughtfulness
unthoughtful
thoughtful
thought



























