Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thorough
01
διεξοδικός, προσεκτικός
extremely careful and attentive to detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thorough
συγκριτικός βαθμός
more thorough
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The editor was thorough in her review, catching every small error in the manuscript.
Η επιμελήτρια ήταν προσεκτική στην ανασκόπησή της, εντοπίζοντας κάθε μικρό λάθος στο χειρόγραφο.
02
διεξοδικός, πλήρης
doing something completely and comprehensively without leaving out any important details
Παραδείγματα
She conducted a thorough examination of the patient, checking for any signs of illness or injury.
Έκανε μια λεπτομερή εξέταση του ασθενούς, ελέγχοντας για τυχόν σημάδια ασθένειας ή τραυματισμού.
03
απόλυτος, ολοκληρωτικός
without qualification; used informally as (often pejorative) intensifiers
Λεξικό Δέντρο
thoroughly
thoroughness
thorough



























