thorn
thorn
θɔrn
θορν
/θˈɔːn/

Ορισμός και σημασία του "thorn"στα αγγλικά

01

αγκάθι, αγκίδα

a sharp part of a plant that is attached to the stem
thorn definition and meaning
Παραδείγματα
The thorns on the wild rose bushes made it challenging to harvest the flowers without getting scratched.
Οι αγκάθια στους θάμνους των αγριοτριαντάφυλλων έκαναν δύσκολη τη συγκομιδή των λουλουδιών χωρίς να γρατζουνιστείς.
02

αγκάθι, ενόχληση

something that causes irritation, difficulty, or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thorns
Παραδείγματα
Miscommunication became a thorn in the project.
Η κακή επικοινωνία έγινε αγκάθι στο έργο.
03

αγκάθι, γράμμα thorn

a historical Germanic letter of runic origin
Παραδείγματα
Carvings on stones sometimes feature the thorn.
Τα χαρακτικά σε πέτρες περιλαμβάνουν μερικές φορές τη ρουνα thorn.

Λεξικό Δέντρο

thornless
thorny
thorn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store