Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thorn
01
αγκάθι, αγκίδα
a sharp part of a plant that is attached to the stem
Παραδείγματα
The rose bush had long thorns along its stems, which required careful handling to avoid getting pricked.
Ο θάμνος του τριαντάφυλλου είχε μακριές αγκάθες κατά μήκος των βλαστών του, που απαιτούσαν προσεκτική μεταχείριση για να αποφευχθεί το τσίμπημα.
02
αγκάθι, ενόχληση
something that causes irritation, difficulty, or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thorns
Παραδείγματα
The neighbor's loud music was a thorn in her side.
Η δυνατή μουσική του γείτονα ήταν ένα αγκάθι στο πλευρό της.
03
αγκάθι, γράμμα thorn
a historical Germanic letter of runic origin
Παραδείγματα
The thorn appears in several ancient runic inscriptions.
Το thorn εμφανίζεται σε αρκετές αρχαίες ρουνικές επιγραφές.
Λεξικό Δέντρο
thornless
thorny
thorn



























