thorny
thor
ˈθɔ:
thaw
ny
ni
ni
hornycorny

Ορισμός και σημασία του "thorny"στα αγγλικά

01

ακανθώδης, δύσκολος

causing problem or difficulty 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
thorniest
συγκριτικός βαθμός
thornier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The negotiations between the two countries hit a thorny issue regarding trade tariffs. 

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών συναντήθηκαν με ένα επίπονο ζήτημα σχετικά με τους δασμούς.

02

αγκαθωτός, κοφτερός

having sharp points or spines 
Παραδείγματα
The thorny bush was covered in sharp spikes that could easily scratch anyone who got too close. 

Ο αγκαθωτός θάμνος ήταν καλυμμένος με κοφτερά αγκάθια που μπορούσαν εύκολα να γρατζουνίσουν όποιον πλησίαζε πολύ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store