tetchy
tet
ˈtɛ
te
chy
ʧi
chi
titchytechy

Ορισμός και σημασία του "tetchy"στα αγγλικά

01

ευέξαπτος, εύκολα ενοχλητικός

prone to irritation or easily upset 
tetchy definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tetchiest
συγκριτικός βαθμός
tetchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tetchy employee reacted poorly to constructive criticism from her manager. 

Η ευερέθιστη υπάλληλος αντιδρά άσχημα στην εποικοδομητική κριτική από τον διευθυντή της.

Λεξικό Δέντρο

tetchily
tetchiness
tetchy
tetch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store