Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tetchy
01
ευέξαπτος, εύκολα ενοχλητικός
prone to irritation or easily upset
Παραδείγματα
She avoided discussing politics with him because he was known to be tetchy on the topic.
Απέφυγε να συζητήσει πολιτική μαζί του γιατί ήταν γνωστός ότι είναι ευερέθιστος με το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
tetchily
tetchiness
tetchy
tetch



























