Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tether
01
δένω, αλυσοδένω
to tie or fasten with a rope or chain
Transitive: to tether sb/sth to a support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tether
γ΄ ενικό πρόσωπο
tethers
ενεστώτα μετοχή
tethering
απλός αόριστος
tethered
παθητική μετοχή
tethered
Παραδείγματα
The dog was tethered to a post while its owner went inside the store.
Ο σκύλος ήταν δεμένος σε έναν πάσσαλο ενώ ο ιδιοκτήτης του μπήκε στο μαγαζί.
Tether
01
σχοινί, αλυσίδα
a wraparound rope, chain, etc. used for restraining the movements of an animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tethers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tethered
tether



























