tether
te
ˈtɛ
τε
ther
ðɜr
δερρ
/tˈɛðɐ/

Ορισμός και σημασία του "tether"στα αγγλικά

to tether
01

δένω, αλυσοδένω

to tie or fasten with a rope or chain
Transitive: to tether sb/sth to a support
to tether definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tether
γ΄ ενικό πρόσωπο
tethers
ενεστώτα μετοχή
tethering
απλός αόριστος
tethered
παθητική μετοχή
tethered
Παραδείγματα
To ensure safety, climbers often tether themselves to the mountain using ropes.
Για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια, οι ορειβάτες συχνά δένουν τον εαυτό τους στο βουνό χρησιμοποιώντας σχοινιά.
01

σχοινί, αλυσίδα

a wraparound rope, chain, etc. used for restraining the movements of an animal
tether definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tethers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store