terrified
te
ˈtɛ
te
rri
ri
fied
faɪd
faid
rarefiedverified

Ορισμός και σημασία του "terrified"στα αγγλικά

01

τρομοκρατημένος, φοβισμένος

feeling extremely scared 
terrified definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most terrified
συγκριτικός βαθμός
more terrified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt terrified when she heard footsteps behind her in the dark alley. 

Ένιωσε τρομοκρατημένη όταν άκουσε βήματα πίσω της στο σκοτεινό σοκάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store