Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tentative
01
προσωρινός, δοκιμαστικός
not firmly established or decided, with the possibility of changes in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tentative
συγκριτικός βαθμός
more tentative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The schedule for the meeting is tentative, depending on the availability of key participants.
Το πρόγραμμα της συνάντησης είναι προσωρινό, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα των βασικών συμμετεχόντων.
Λεξικό Δέντρο
tentatively
tentative
tent



























