provisionary
pro
proʊ
πρου
vi
βι
sio
ʒə
ζα
na
νε
ry
ri
ρι
/pɹəvˈɪʒənəɹi/

Ορισμός και σημασία του "provisionary"στα αγγλικά

provisionary
01

προσωρινός, υπό όρους

having a temporary or conditional nature, intended to be replaced or finalized later
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most provisionary
συγκριτικός βαθμός
more provisionary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The provisionary approval allowed the project to proceed while awaiting official clearance.
Η προσωρινή έγκριση επέτρεψε στο έργο να προχωρήσει ενώ περιμένατε την επίσημη έγκριση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store