tent
tent
tɛnt
tent
tenanttenet

Ορισμός και σημασία του "tent"στα αγγλικά

01

σκηνή, παρασκήνιο

a shelter that usually consists of a long sheet of cloth, nylon, etc. supported by poles and ropes fixed to the ground, that we especially use for camping 
tent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tents
Παραδείγματα
At the end of the trip, we folded the tent and put it back in its bag. 

Στο τέλος του ταξιδιού, διπλώσαμε τη σκηνή και την βάλαμε πίσω στην τσάντα της.

02

σκηνή, τσόχα

a web that resembles a tent or carpet 
to tent
01

ζω σε μια σκηνή, κατασκηνώνω

live in or as if in a tent 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tent
γ΄ ενικό πρόσωπο
tents
ενεστώτα μετοχή
tenting
απλός αόριστος
tented
παθητική μετοχή
tented
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store