Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tentacle
01
πλοκάμι, προσάρτημα
any of the various flexible limbs of an animal, especially an invertebrate, which enable it to move or hold things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tentacles
02
πλοκάμι, πιαστικό απόφυμα
something that acts like a tentacle in its ability to grasp and hold



























