Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to temporize
01
χρονοτριβώ, καθυστερώ
to delay or avoid making a decision to gain time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
temporize
γ΄ ενικό πρόσωπο
temporizes
ενεστώτα μετοχή
temporizing
απλός αόριστος
temporized
παθητική μετοχή
temporized
Παραδείγματα
She temporized her response to give herself a moment to think.
Χρόνισε την απάντησή της για να δώσει στον εαυτό της χρόνο να σκεφτεί.
Λεξικό Δέντρο
temporizer
temporize
temporal



























