to temporize
Pronunciation
/ˈtɛmpɝˌaɪz/
temporise

Ορισμός και σημασία του "temporize"στα αγγλικά

to temporize
01

χρονοτριβώ, καθυστερώ

to delay or avoid making a decision to gain time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
temporize
γ΄ ενικό πρόσωπο
temporizes
ενεστώτα μετοχή
temporizing
απλός αόριστος
temporized
παθητική μετοχή
temporized
Παραδείγματα
The team noticed their coach would often temporize when faced with tough decisions during the game.
Η ομάδα παρατήρησε ότι ο προπονητής τους συχνά χρονοτριβούσε όταν αντιμετώπιζε δύσκολες αποφάσεις κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Λεξικό Δέντρο

temporizer
temporize
temporal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store