teenage
tee
ˈti:
ti
nage
neɪʤ
neij

Ορισμός και σημασία του "teenage"στα αγγλικά

01

εφηβικός, νεανικός

having the age of thirteen to nineteen 
teenage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is enjoying her teenage years, filled with new experiences and friendships. 

Απολαμβάνει τα εφηβικά της χρόνια, γεμάτα με νέες εμπειρίες και φιλίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store