Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swivel
01
περιστρέφω, γυρίζω
to pivot or rotate around a fixed point
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
swivels
ενεστώτα μετοχή
swiveling
απλός αόριστος
swiveled
παθητική μετοχή
swiveled
Παραδείγματα
The car 's side mirrors were designed to swivel, providing the driver with a wider field of view.
Οι πλευρικοί καθρέπτες του αυτοκινήτου σχεδιάστηκαν να περιστρέφονται, παρέχοντας στον οδηγό ευρύτερο οπτικό πεδίο.
Swivel
01
στροφική άρθρωση, περιστροφικός συνδετήρας
a coupling (as in a chain) that has one end that turns on a headed pin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swivels



























