switchback
switch
ˈswɪʧ
svich
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "switchback"στα αγγλικά

01

κλειστή στροφή, απότομη στροφή

a sharp turn or bend in a road or trail that zigzags in order to manage a steep incline or decline 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
switchbacks
Παραδείγματα
The hikers followed the switchback trail up the mountain to reach the summit. 

Οι πεζοπόροι ακολούθησαν το κουλουριστό μονοπάτι προς την κορυφή του βουνού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

switchback

switch

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store