Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Switchman
01
αλλαξιαστής, σιδηροδρομικός εργαζόμενος
a railroad employee responsible for operating switches to direct trains onto different tracks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
switchmen
αρσενικό ενικό
switchman
θηλυκό ενικό
switchwoman
neutral form
switch operator
Παραδείγματα
The switchman signaled to the engineer to proceed onto Track 3.
Ο διακλάδωσης έδωσε σήμα στον μηχανικό να προχωρήσει στην τροχιά 3.
LanGeek



























