swolemate
swole
ˈswəʊl
svewl
mate
meɪt
meit
soulmate

Ορισμός και σημασία του "swolemate"στα αγγλικά

01

συνεργάτης προπόνησης, σύντροφος γυμναστηρίου

a fitness partner, often referring to a romantic partner who trains together 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swolemates
Παραδείγματα
She found her swolemate at the gym. 

Βρήκε τον swolemate της στο γυμναστήριο.

Λεξικό Δέντρο

swolemate

swole

+

mate

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store