to swivel
swi
ˈswɪ
svi
vel
vəl
vēl
snivel

Ορισμός και σημασία του "swivel"στα αγγλικά

to swivel
01

περιστρέφω, γυρίζω

to pivot or rotate around a fixed point 
Intransitive
to swivel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
swivels
ενεστώτα μετοχή
swiveling
απλός αόριστος
swiveled
παθητική μετοχή
swiveled
Παραδείγματα
The office chair was designed to swivel, providing flexibility and ease of movement. 

Η πολυθρόνα γραφείου σχεδιάστηκε να περιστρέφεται, προσφέροντας ευελιξία και ευκολία κίνησης.

01

στροφική άρθρωση, περιστροφικός συνδετήρας

a coupling (as in a chain) that has one end that turns on a headed pin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
swivels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store