supreme
sup
ˈsʊp
soop
reme
ri:m
rim
extremeibrahimregimeagleam

Ορισμός και σημασία του "supreme"στα αγγλικά

01

ανώτατος, εξαιρετικός

showing unmatched excellence and the highest level of quality or greatness 
supreme definition and meaning
Παραδείγματα
The artist's latest masterpiece was hailed as a supreme achievement in the world of contemporary art. 

Το τελευταίο αριστούργημα του καλλιτέχνη αναγνωρίστηκε ως ανώτατο επίτευγμα στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης.

02

ανώτατος, υπέρτατος

having the highest position or rank 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supreme
συγκριτικός βαθμός
more supreme
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
As the supreme leader of the nation, he made all major decisions affecting the country's future. 

Ως ανώτατος ηγέτης του έθνους, πήρε όλες τις σημαντικές αποφάσεις που επηρέαζαν το μέλλον της χώρας.

03

ανώτατος, υπέρτατος

greatest or highest in degree, quality, or intensity 
Παραδείγματα
She felt supreme joy at her promotion. 

Ένιωσε ανώτατη χαρά για την προαγωγή της.

04

ανώτατος, τελικός

final, ultimate, or last in a sequence, life, or process 
Παραδείγματα
His supreme moment came at the end of his career. 

Η ανώτατη στιγμή του ήρθε στο τέλος της καριέρας του.

05

ανώτατος, υπέρτατος

having the highest degree of importance 
Παραδείγματα
His supreme goal in life is to achieve peace and happiness. 

Ο ανώτατος στόχος του στη ζωή είναι να επιτύχει ειρήνη και ευτυχία.

01

σουπρέμ, φιλέτο

a boneless, skinless piece of meat or poultry, often prepared or presented in an elegant or refined way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
supremes
Παραδείγματα
The chef served a chicken supreme with a delicate sauce. 

Ο σεφ σέρβιρε ένα κοτόπουλο σουπρέμ με μια λεπτή σάλτσα.

Λεξικό Δέντρο

supremacy
supremely
supreme
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store