maximal
max
ˈmæk
māk
i
si
mal
məl
mēl

Ορισμός και σημασία του "maximal"στα αγγλικά

01

μέγιστος, ανώτατος

having the greatest or highest possible amount, degree, or intensity 
maximal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The athlete pushed his endurance to its maximal limit during the marathon. 

Ο αθλητής έσπρωξε την αντοχή του στο μέγιστο όριο κατά τη διάρκεια του μαραθώνιου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store