Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maximize
01
μεγιστοποιώ, βελτιστοποιώ
to increase something to the highest possible level
Transitive: to maximize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maximize
γ΄ ενικό πρόσωπο
maximizes
ενεστώτα μετοχή
maximizing
απλός αόριστος
maximized
παθητική μετοχή
maximized
Παραδείγματα
She always tries to maximize her productivity by planning her tasks efficiently.
Προσπαθεί πάντα να μεγιστοποιήσει την παραγωγικότητά της σχεδιάζοντας τις εργασίες της αποτελεσματικά.
02
μεγιστοποιώ, βελτιστοποιώ
to use resources or opportunities to their fullest potential
Transitive: to maximize resources or opportunities
Παραδείγματα
She organized her schedule carefully to maximize her time and productivity throughout the day.
Οργάνωσε προσεκτικά το πρόγραμμά της για να μεγιστοποιήσει το χρόνο και την παραγωγικότητά της καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Λεξικό Δέντρο
maximizing
maximize



























