Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maximize
01
μεγιστοποιώ, βελτιστοποιώ
to increase something to the highest possible level
Transitive: to maximize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maximize
γ΄ ενικό πρόσωπο
maximizes
ενεστώτα μετοχή
maximizing
απλός αόριστος
maximized
παθητική μετοχή
maximized
Παραδείγματα
The company aims to maximize profits through strategic marketing.
Η εταιρεία στοχεύει στη μεγιστοποίηση των κερδών μέσω της στρατηγικής μάρκετινγκ.
02
μεγιστοποιώ, βελτιστοποιώ
to use resources or opportunities to their fullest potential
Transitive: to maximize resources or opportunities
Παραδείγματα
The coach tailors training sessions to maximize the athlete's strengths while addressing weaknesses.
Ο προπονητής προσαρμόζει τις συνεδρίες προπόνησης για να μεγιστοποιήσει τις δυνάμεις του αθλητή ενώ αντιμετωπίζει τις αδυναμίες.
Λεξικό Δέντρο
maximizing
maximize



























