Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surcoat
01
επιδερμίδα, εξωτερικό ένδυμα πάνω από τη πανοπλία
a loose, sleeveless outer garment that was worn over the armor typically by knights during the medieval period
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surcoats
02
επιπλοκή, πανωφόρι
a loose outer coat usually of rich material
Λεξικό Δέντρο
surcoat
sur
coat



























