Suppression
volume
British pronunciation/səpɹˈɛʃən/
American pronunciation/səˈpɹɛʃən/

Ορισμός και Σημασία του "suppression"

01

καταστολή, περιθωριοποίηση

the act of preventing the publication or distribution of written material, often due to its content
example
Example
click on words
Many historical documents underwent suppression due to their potential impact on public opinion.
Πολλά ιστορικά έγγραφα υπήρξαν θύματα καταστολής λόγω της πιθανής τους επίδρασης στη δημόσια γνώμη.
The author moved to a different country to avoid the suppression of her upcoming book.
Ο συγγραφέας μετακόμισε σε μια άλλη χώρα για να αποφύγει την καταστολή του επερχόμενου βιβλίου της.
02

καταστολή, καταπίεση

the act of forcefully stopping or limiting something using authority
example
Example
click on words
The suppression of the protest by law enforcement raised concerns about civil rights.
Η καταστολή της διαδήλωσης από τις δυνάμεις της τάξης ανήγγειλε ανησυχίες σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα.
Media outlets worldwide criticized the government 's suppression of free speech.
Τα μέσα ενημέρωσης παγκοσμίως επικρίνανε την καταστολή της ελευθερίας του λόγου από την κυβέρνηση.
03

καταστολή, καταπίεση

(psychology) the conscious act of holding a thought or feeling back
04

αναστολή, καταστολή

the failure to develop some part or organ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store