Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suppression
01
καταστολή, λογοκρισία
the act of preventing the publication or distribution of written material, often due to its content
Παραδείγματα
The author moved to a different country to avoid the suppression of her upcoming book.
Η συγγραφέας μετακόμισε σε μια διαφορετική χώρα για να αποφύγει την καταστολή του επερχόμενου βιβλίου της.
02
καταστολή, καταπίεση
the act of forcefully stopping or limiting something using authority
Παραδείγματα
Media outlets worldwide criticized the government 's suppression of free speech.
Τα μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο επέκριναν την καταστολή της ελευθερίας του λόγου από την κυβέρνηση.
03
καταστολή, καταπίεση
(psychology) the conscious act of holding a thought or feeling back
04
καταστολή, ατροφία
the failure to develop some part or organ
Λεξικό Δέντρο
suppression
suppress



























