Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suppression
01
καταστολή, λογοκρισία
the act of preventing the publication or distribution of written material, often due to its content
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many historical documents underwent suppression due to their potential impact on public opinion.
Πολλά ιστορικά έγγραφα υπέστησαν καταστολή λόγω της πιθανής τους επίδρασης στη δημόσια γνώμη.
02
καταστολή, καταπίεση
the act of forcefully stopping or limiting something using authority
Παραδείγματα
The suppression of the protest by law enforcement raised concerns about civil rights.
Η καταστολή της διαμαρτυρίας από τις αρχές επιβολής του νόμου έθεσε ζητήματα σχετικά με τα ατομικά δικαιώματα.
03
καταστολή, καταπίεση
(psychology) the conscious act of holding a thought or feeling back
04
καταστολή, ατροφία
the failure to develop some part or organ
Λεξικό Δέντρο
suppression
suppress



























