Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suggestive
01
υπαινικτικός, προσδιοριστικός
implying or hinting at a particular meaning or idea, often in a subtle or indirect way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suggestive
συγκριτικός βαθμός
more suggestive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her suggestive smile hinted at a hidden meaning behind her words.
Το υπονοούμενο χαμόγελό της υπαινίσσεται ένα κρυφό νόημα πίσω από τα λόγια της.
Παραδείγματα
The comedian's suggestive jokes were met with mixed reactions from the audience.
Τα υπαινικτικά αστεία του κωμικού συναντήθηκαν με ανάμεικτες αντιδράσεις από το κοινό.
03
υπαινικτικός, που αποκαλύπτει ξεκάθαρα
(usually followed by `of') pointing out or revealing clearly
Λεξικό Δέντρο
suggestively
suggestive
suggest



























