Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suggestive
01
υπαινικτικός, προσδιοριστικός
implying or hinting at a particular meaning or idea, often in a subtle or indirect way
Παραδείγματα
The suggestive gestures of the actor added depth to the character's portrayal.
Οι υπονοούμενες χειρονομίες του ηθοποιού πρόσθεσαν βάθος στην απεικόνιση του χαρακτήρα.
Παραδείγματα
The artist 's suggestive use of color and form sparked a debate about its underlying meaning.
Η υπονοούμενη χρήση του χρώματος και της μορφής από τον καλλιτέχνη πυροδότησε μια συζήτηση για το υποκείμενο νόημά της.
03
υπαινικτικός, που αποκαλύπτει ξεκάθαρα
(usually followed by `of') pointing out or revealing clearly
Λεξικό Δέντρο
suggestively
suggestive
suggest



























