to bestride
best
ˈbɛst
best
ride
raɪd
raid
coincidemisguideone-eyedoverside

Ορισμός και σημασία του "bestride"στα αγγλικά

to bestride
01

κάθομαι ή στέκομαι με ένα πόδι σε κάθε πλευρά, καβαλάω

to sit or stand with one leg on either side of 
Transitive: to bestride sth
to bestride definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bestride
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestrides
ενεστώτα μετοχή
bestriding
απλός αόριστος
bestrode
παθητική μετοχή
bestridden
Παραδείγματα
The cowboy bestrode his horse confidently as they rode across the vast prairie. 

Ο καουμπόι καβαλούσε το άλογό του με αυτοπεποίθηση καθώς ταξίδευαν κατά μήκος της απέραντης πραίνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store