Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bestride
01
κάθομαι ή στέκομαι με ένα πόδι σε κάθε πλευρά, καβαλάω
to sit or stand with one leg on either side of
Transitive: to bestride sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bestride
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestrides
ενεστώτα μετοχή
bestriding
απλός αόριστος
bestrode
παθητική μετοχή
bestridden
Παραδείγματα
The fearless acrobat bestrode two galloping horses, showcasing an incredible feat of agility.
Ο ατρόμητος ακροβάτης καβάλησε δύο αλόγια που έτρεχαν, επιδεικνύοντας μια απίστευτη επιδεξιότητα.



























