Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bet
01
στοιχηματίζω, ποντάρω
to risk money on the result of a coming event by trying to predict it
Intransitive: to bet on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
bet
γ΄ ενικό πρόσωπο
bets
ενεστώτα μετοχή
betting
απλός αόριστος
bet
παθητική μετοχή
bet
Παραδείγματα
Friends often bet on sports events to make watching more exciting.
Οι φίλοι συχνά στοιχηματίζουν σε αθλητικά γεγονότα για να κάνουν την παρακολούθηση πιο συναρπαστική.
02
στοιχηματίζω, ποντάρω
to express confidence or certainty in something happening or being the case
Transitive: to bet that
Παραδείγματα
I bet it will rain tomorrow because the sky looks very cloudy.
Παίζω στοίχημα ότι θα βρέξει αύριο γιατί ο ουρανός φαίνεται πολύ συννεφιασμένος.
03
στοιχηματίζω, εμπιστεύομαι
to trust or have strong belief in something or someone
Intransitive: to bet on sth
Παραδείγματα
He bet on the team’s ability to turn the game around in the final minutes.
Πόνταρε στην ικανότητα της ομάδας να γυρίσει το παιχνίδι στα τελευταία λεπτά.
Bet
01
στοίχημα, ποντάρισμα
money that is risked in a game or wager
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bets
Παραδείγματα
He placed a bet on the horse race.
Έβαλε ένα στοίχημα στο ιπποδρομία.
02
στοίχημα, ποντάρισμα
the act of wagering money or valuables on an outcome
Παραδείγματα
The players made a bet on the outcome of the dice roll.
Οι παίκτες έκαναν ένα στοίχημα για το αποτέλεσμα της ρίψης των ζαριών.
03
στοίχημα, υπόθεση
an opinion, view, or assumption about something
Παραδείγματα
My bet is that she'll win the competition.
Το στοίχημά μου είναι ότι θα κερδίσει τον διαγωνισμό.
bet
01
Σύμφωνοι, Μπράβο
used to express agreement, affirmation, or approval
αργκό
Παραδείγματα
"Want to meet at 7?" — "Bet."
« Θέλεις να συναντηθούμε στις 7; » — « Bet. »
Λεξικό Δέντρο
better
betting
betting
bet



























