Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bestow
01
χορηγώ, δωρίζω
to present or give something, often with a sense of honor or generosity
Ditransitive: to bestow an award or honor on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bestow
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestows
ενεστώτα μετοχή
bestowing
απλός αόριστος
bestowed
παθητική μετοχή
bestowed
Παραδείγματα
The king decided to bestow a title upon his most loyal knight.
Ο βασιλιάς αποφάσισε να απονείμει έναν τίτλο στον πιο πιστό του ιππότη.
Λεξικό Δέντρο
bestower
bestowment
bestow



























