bestow
bes
ˈbɪs
μπισ
tow
toʊ
του
/bɪstˈə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "bestow"στα αγγλικά

to bestow
01

χορηγώ, δωρίζω

to present or give something, often with a sense of honor or generosity
Ditransitive: to bestow an award or honor on sb
to bestow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bestow
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestows
ενεστώτα μετοχή
bestowing
απλός αόριστος
bestowed
παθητική μετοχή
bestowed
Παραδείγματα
The king decided to bestow a title upon his most loyal knight.
Ο βασιλιάς αποφάσισε να απονείμει έναν τίτλο στον πιο πιστό του ιππότη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store