Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bestow
01
χορηγώ, δωρίζω
to present or give something, often with a sense of honor or generosity
Ditransitive: to bestow an award or honor on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bestow
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestows
ενεστώτα μετοχή
bestowing
απλός αόριστος
bestowed
παθητική μετοχή
bestowed
Παραδείγματα
The teacher will bestow awards on students who excel in their academic achievements.
Ο δάσκαλος θα απονείμει βραβεία στους μαθητές που διακρίνονται στις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις.
Λεξικό Δέντρο
bestower
bestowment
bestow



























