to bestow
bes
ˈbɪs
μπισ
tow
təʊ
τεου
foregochoughreseauregrow

Ορισμός και σημασία του "bestow"στα αγγλικά

to bestow
01

χορηγώ, δωρίζω

to present or give something, often with a sense of honor or generosity 
Ditransitive: to bestow an award or honor on sb
to bestow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bestow
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestows
ενεστώτα μετοχή
bestowing
απλός αόριστος
bestowed
παθητική μετοχή
bestowed
Παραδείγματα
The teacher will bestow awards on students who excel in their academic achievements. 

Ο δάσκαλος θα απονείμει βραβεία στους μαθητές που διακρίνονται στις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bestower
bestowment
bestow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store