Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strengthen
01
ενισχύω, δυναμώνω
to make something more powerful
Transitive: to strengthen sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strengthen
γ΄ ενικό πρόσωπο
strengthens
ενεστώτα μετοχή
strengthening
απλός αόριστος
strengthened
παθητική μετοχή
strengthened
Παραδείγματα
Regular exercise can strengthen your muscles and improve overall fitness.
Η τακτική άσκηση μπορεί να ενισχύσει τους μύες σας και να βελτιώσει τη γενική φυσική κατάσταση.
02
ενισχύω, δυναμώνω
to become more powerful over time
Intransitive
Παραδείγματα
The friendship started to strengthen as they spent more time together.
Η φιλία άρχισε να ενισχύεται καθώς περνούσαν περισσότερο χρόνο μαζί.
Λεξικό Δέντρο
restrengthen
strengthener
strengthening
strengthen



























