Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimulating
01
διεγερτικός, συναρπαστικός
causing excitement, interest, or activity, often through intellectual or emotional engagement
Παραδείγματα
The stimulating discussion at the conference sparked new ideas among the attendees.
Η διεγερτική συζήτηση στο συνέδριο προκάλεσε νέες ιδέες μεταξύ των συμμετεχόντων.
02
διεγερτικός, ενθαρρυντικός
causing senses or actions to become more active or alert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stimulating
συγκριτικός βαθμός
more stimulating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bright colors and music made the art exhibit very stimulating.
Τα έντονα χρώματα και η μουσική έκαναν την έκθεση τέχνης πολύ διεγερτική.



























