Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bequeath
01
κληροδοτώ, αφήνω στη διαθήκη μου
to give personal property to someone through a legal instrument, typically after one's death
Ditransitive: to bequeath personal property to sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bequeath
γ΄ ενικό πρόσωπο
bequeaths
ενεστώτα μετοχή
bequeathing
απλός αόριστος
bequeathed
παθητική μετοχή
bequeathed
Παραδείγματα
As a gesture of gratitude, the elderly couple decided to bequeath a portion of their savings to their loyal caregiver.
Ως χειρονομία ευγνωμοσύνης, το ηλικιωμένο ζευγάρι αποφάσισε να κληροδοτήσει ένα μέρος της αποταμίευσής τους στον πιστό τους φροντιστή.



























