Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to benumb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
benumb
γ΄ ενικό πρόσωπο
benumbs
ενεστώτα μετοχή
benumbing
απλός αόριστος
benumbed
παθητική μετοχή
benumbed
Παραδείγματα
The freezing temperatures threatened to benumb his fingers as he worked outside.
Οι παγωμένες θερμοκρασίες απειλούσαν να μουδιάσουν τα δάχτυλά του καθώς εργαζόταν έξω.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
benumbed
benumb



























