to startle
startle
stɑ:tl
staatl

Ορισμός και σημασία του "startle"στα αγγλικά

to startle
01

τρομάζω, εκπλήσσω

to cause a sudden shock or surprise, resulting in a quick, involuntary reaction 
Transitive: to startle a person or animal
to startle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
startle
γ΄ ενικό πρόσωπο
startles
ενεστώτα μετοχή
startling
απλός αόριστος
startled
παθητική μετοχή
startled
Παραδείγματα
The loud clap of thunder startled the sleeping dog, causing it to jump up. 

Ο δυνατός κρότος της βροντής τρομάζει τον κοιμισμένο σκύλο, κάνοντάς τον να πηδήξει.

01

ξάφνιασμα, τρόμος

an unexpected reflex or response triggered by shock or fear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
startles
Παραδείγματα
The unexpected loud noise caused a startle in the crowd. 

Ο απροσδόκητος δυνατός θόρυβος προκάλεσε έκπληξη στο πλήθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store