Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to startle
01
τρομάζω, εκπλήσσω
to cause a sudden shock or surprise, resulting in a quick, involuntary reaction
Transitive: to startle a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
startle
γ΄ ενικό πρόσωπο
startles
ενεστώτα μετοχή
startling
απλός αόριστος
startled
παθητική μετοχή
startled
Παραδείγματα
The loud clap of thunder startled the sleeping dog, causing it to jump up.
Ο δυνατός κρότος της βροντής τρομάζει τον κοιμισμένο σκύλο, κάνοντάς τον να πηδήξει.
Startle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
startles
Παραδείγματα
The unexpected loud noise caused a startle in the crowd.
Ο απροσδόκητος δυνατός θόρυβος προκάλεσε έκπληξη στο πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
startled
startling
startle



























