Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to startle
01
τρομάζω, εκπλήσσω
to cause a sudden shock or surprise, resulting in a quick, involuntary reaction
Transitive: to startle a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
startle
γ΄ ενικό πρόσωπο
startles
ενεστώτα μετοχή
startling
απλός αόριστος
startled
παθητική μετοχή
startled
Παραδείγματα
The sudden burst of fireworks startled the birds in the trees, making them fly away.
Το ξαφνικό ξέσπασμα των πυροτεχνημάτων τρομάξει τα πουλιά στα δέντρα, κάνοντάς τα να φύγουν.
Startle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
startles
Παραδείγματα
A startle rippled through the room when the fire alarm went off.
Ένας ξαφνιασμός διαπέρασε το δωμάτιο όταν χτύπησε ο συναγερμός πυρκαγιάς.
Λεξικό Δέντρο
startled
startling
startle



























