Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stable
συγκριτικός βαθμός
more stable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The table is stable and doesn't wobble when you put weight on it.
Το τραπέζι είναι σταθερό και δεν κουνιέται όταν βάζεις βάρος πάνω του.
02
σταθερός, συνεχής
remaining constant or steady over time
Παραδείγματα
His health condition has been stable for the past few months.
Η κατάσταση της υγείας του ήταν σταθερή τους τελευταίους μήνες.
03
σταθερός, ισορροπημένος
keeping balance
Παραδείγματα
The gymnast kept a stable posture on the beam.
Η γυμνάστρια διατήρησε μια σταθερή στάση στη δοκό.
04
σταθερός, αμετάβλητος
resistant to chemical change
Παραδείγματα
The compound is stable under normal conditions.
Η ένωση είναι σταθερή υπό κανονικές συνθήκες.
Stable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stables
Παραδείγματα
The rancher built a new stable to accommodate the growing number of horses on the farm.
Ο κτηνοτρόφος έχτισε ένα νέο σταύλο για να φιλοξενήσει τον αυξανόμενο αριθμό αλόγων στο αγρόκτημα.
to stable
01
τοποθετώ στο σταύλο, βάζω στο στάβλο
to place or shelter an animal, especially a horse, in a stable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stable
γ΄ ενικό πρόσωπο
stables
ενεστώτα μετοχή
stabling
απλός αόριστος
stabled
παθητική μετοχή
stabled
Παραδείγματα
They stabled the horses before the storm.
Αυτοί έβαλαν τα άλογα στο στάβλο πριν από τη θύελλα.
Λεξικό Δέντρο
stableness
unstable
stable



























