Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squealer
01
σπιτικό γουρούνι, εξημερωμένο γουρούνι
domestic swine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
squealers
02
προδότης, πληροφοριοδότης
one who reveals confidential information in return for money
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
squealer
squeal



























