to acidify
a
ə
ē
ci
ˈsɪ
si
di
di
fy
faɪ
fai
acidity
acidified

Ορισμός και σημασία του "acidify"στα αγγλικά

to acidify
01

οξινίζω, γίνομαι πιο όξινος

to become more acidic or sour in nature over time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acidify
γ΄ ενικό πρόσωπο
acidifies
ενεστώτα μετοχή
acidifying
απλός αόριστος
acidified
παθητική μετοχή
acidified
Παραδείγματα
The water in the lake can acidify due to the increased pollution levels. 

Το νερό της λίμνης μπορεί να οξυνθεί λόγω των αυξημένων επιπέδων ρύπανσης.

02

οξύνω

to make something more acidic or sour in taste by increasing its acidity 

sour

Παραδείγματα
Adding lemon juice to the mixture will acidify it and enhance the flavor. 

Η προσθήκη χυμού λεμονιού στο μίγμα θα το οξύνει και θα ενισχύσει τη γεύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store