acidulant
a
ˈæ
αι
ci
σι
du
dju:
ντγου
lant
lənt
λαντ
acidulent

Ορισμός και σημασία του "acidulant"στα αγγλικά

01

οξυντικό, οξυντικός παράγοντας

a food additive that adds acidity to food or beverages, typically for flavor enhancement or preservation purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
acidulants
Παραδείγματα
The soft drink used an acidulant to provide a tangy and refreshing taste. 

Το αναψυκτικό χρησιμοποίησε ένα οξυντικό για να προσφέρει μια ξινή και δροσιστική γεύση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store