Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spill out
01
ξερνάω, εκφράζω
to express an emotion, typically through honest speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
spill
ενεστώτας
spill out
γ΄ ενικό πρόσωπο
spills out
ενεστώτα μετοχή
spilling out
απλός αόριστος
spilled out
παθητική μετοχή
spilled out
Παραδείγματα
She spilled out her frustrations to her friend, venting about her difficult day at work.
Έχει ξέσπασε τις απογοητεύσεις της στη φίλη της, γκρινιάζοντας για τη δύσκολη μέρα της στη δουλειά.
02
ξεχειλίζω, χύνομαι
to overflow from a container, space, or area
Παραδείγματα
The river spilled out of its banks after heavy rainfall, causing flooding in the nearby fields.
Ο ποταμός ξεχείλισε από τις όχθες του μετά από βροχοπτώσεις, προκαλώντας πλημμύρες στα κοντινά χωράφια.



























