spellbound
spell
ˈspɛl
spel
bound
baʊnd
bawnd
spellbind

Ορισμός και σημασία του "spellbound"στα αγγλικά

spellbound
01

γοητευμένος, μαγεμένος

completely fascinated, as if under a magical influence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spellbound
συγκριτικός βαθμός
more spellbound
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, emotion, cognition
Παραδείγματα
The children sat spellbound as the storyteller wove his magical tale. 

Τα παιδιά κάθισαν γοητευμένα καθώς ο αφηγητής έπλεκε τη μαγική του ιστορία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spellbound

spell

+

bound

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store