Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spellbound
01
γοητευμένος, μαγεμένος
completely fascinated, as if under a magical influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spellbound
συγκριτικός βαθμός
more spellbound
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, emotion, cognition
Παραδείγματα
The children sat spellbound as the storyteller wove his magical tale.
Τα παιδιά κάθισαν γοητευμένα καθώς ο αφηγητής έπλεκε τη μαγική του ιστορία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spellbound
spell
bound



























