Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spellbinding
01
μαγευτικός, γοητευτικός
so fascinating that it able to hold one's attention completely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spellbinding
συγκριτικός βαθμός
more spellbinding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ballet performance was spellbinding, with each graceful movement leaving the audience mesmerized.
Η παράσταση μπαλέτου ήταν μαγευτική, με κάθε κομψή κίνηση να αφήνει το κοινό μαγεμένο.
Λεξικό Δέντρο
spellbinding
spellbind
spell
bind



























